Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Γιατί μιλάμε για την οργονομία


Πέρα από την ψυχανάλυση
Ο ιδρυτής της οργονομίας, Βίλχελμ Ράιχ (1897-1957), ήταν γιατρός, μαθητής του Φρόιντ και γνωστός ψυχαναλυτής. Η προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τους περιορισμούς της ψυχανάλυσης, ως προς τη δυνατότητά της να κατανοεί και να θεραπεύει τις νευρώσεις, αποδείχθηκε εξαιρετικά γόνιμη. Ένα μέρος της συνεισφοράς του μπορεί να συνοψιστεί στις παρακάτω πρωτότυπες διαπιστώσεις του:

1. Η σεξουαλική ενέργεια που δεν εκφορτίζεται είναι η πηγή ενέργειας, η οποία τροφοδοτεί τη νεύρωση
Ο Ράιχ σύντομα οδηγήθηκε, μέσα από τις κλινικές του παρατηρήσεις, στο συμπέρασμα ότι η θεραπεία και η πρόληψη των νευρώσεων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την απρόσκοπτη λειτουργία του οργασμού. Μέσω του οργασμού, ο ψυχικά υγιής οργανισμός (γενετήσιος χαρακτήρας), επιτυγχάνει τη ρύθμιση της ενεργειακής του ισορροπίας, εκφορτίζοντας κάθε τόσο το περίσσευμα της συσσωρευμένης σεξουαλικής ενέργειας (λίμπιντο). Η νεύρωση μπορεί να διατηρηθεί μόνο όταν διαταραχθεί η λειτουργία του οργασμού, είτε εξαιτίας πρόσκαιρων συνθηκών (π.χ. απουσία συντρόφου), είτε λόγω μόνιμης δυσλειτουργίας (ανικανότητα πλήρους παράδοσης στον οργασμικό σπασμό). Σε αυτή την περίπτωση η ποσότητα της ενέργειας που παραμένει μόνιμα εγκλωβισμένη στο σώμα τροφοδοτεί τη νεύρωση.

2. Αμυνόμαστε απέναντι στην υγεία με όλο μας το είναι
Ο νευρωτικός άνθρωπος αντιστέκεται (αμύνεται) στη βίωση των οδυνηρών ή απαγορευμένων συναισθημάτων και σωματικών αισθήσεων που αυθόρμητα αναδύονται στον οργανισμό του. Στην προσπάθειά του αυτή χρησιμοποιεί δύο ασυνείδητους μηχανισμούς, οι οποίοι συνδέονται στενά: τη χαρακτηρολογική θωράκιση (ονομάζεται και χαρακτήρας) και τη μυϊκή θωράκιση. Η χαρακτηρολογική θωράκιση περιλαμβάνει στερεότυπες στάσεις και συμπεριφορές καθώς και άκαμπτα παγιωμένους τρόπους θεώρησης των γεγονότων και ψυχικής πρόσληψης των καταστάσεων, που τον αποτρέπουν από το να ζει απλά και φυσικά. Παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν αμέτρητα: αλαζονεία, κομπασμός, πολυλογία, βουλιμία, υπερβολική ανάγκη για τάξη και καθαριότητα, τσιγκουνιά, συνεχής εναλλαγή ερωτικών συντρόφων, σεξουαλική διαστροφή κάθε είδους κ.ά. Η μυϊκή θωράκιση, από την άλλη πλευρά, συνίσταται σε χρόνιους μυϊκούς σπασμούς, που καταστέλλουν άμεσα την ελεύθερη ροή της διέγερσης στο σώμα. Οι παραπάνω ψυχικοί και σωματικοί περιορισμοί φαίνεται σε πρώτη ματιά να έχουν τοπικό ή σποραδικό χαρακτήρα, όπως ας πούμε ένα μόνιμα σφιγμένο σβέρκο ή μια συγκεκριμένη συμπεριφορά που παρουσιάζεται περιστασιακά. Στην πραγματικότητα, όμως, σχηματίζουν μια συνεχόμενη γραμμή άμυνας, η οποία διαρρέει και περιορίζει, λιγότερο ή περισσότερο, κάθε έκφραση.

Από αυτές τις ανακαλύψεις προέκυψε αρχικά η τεχνική της ανάλυσης του χαρακτήρα και αργότερα η πρώτη σωματική ψυχοθεραπευτική τεχνική, η νευροφυτοθεραπεία. Η τελευταία, μετά την ανακάλυψη της οργόνης στην ατμόσφαιρα και την ταύτισή της από τον Ράιχ με τη βιοενέργεια του οργανισμού, μετονομάστηκε από τον ίδιο σε οργονοθεραπεία.

3. Το άγχος οργασμού είναι το μεγάλο, άγνωστο εμπόδιο προς την υγεία  
Οι νευρωτικοί δεν είναι συνηθισμένοι στις ζωηρές διεγέρσεις που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, διαρρέουν ελεύθερα το σώμα. Έτσι, όταν μέσω της θεραπείας η θωράκιση αποδομείται μεθοδικά και υποχωρεί, παρουσιάζεται ισχυρότατο άγχος: το άγχος ηδονής αρχικά, το άγχος οργασμού στην τελική φάση. Μια επιτυχημένη ψυχοθεραπεία θα πρέπει να καθιστά τον ασθενή αργά, σταδιακά και προσεκτικά ικανό να βιώνει ισχυρότερες διεγέρσεις και περισσότερη ηδονή.

Ιδανικά, στο τέλος αυτής της διαδικασίας αναδύεται και αντιμετωπίζεται το άγχος οργασμού. Ο άνθρωπος τότε γίνεται οργασμικά ικανός. Στο πλαίσιο μιας ικανοποιητικής ετερόφυλης σεξουαλικής σχέσης, είναι σε θέση να εκφορτίζει τακτικά τη συσσωρευμένη λίμπιντο, ώστε η τροφοδοσία της νεύρωσης με ενέργεια να σταματήσει.  

4. Η θωράκιση είναι το βαθύ πρόβλημα του πολιτισμού μας
Με την έλλειψη οργασμικής ικανότητας, η σεξουαλική ικανοποίηση είναι πάντοτε ανεπαρκής. Η ματαίωση είναι συντριπτική και μπορεί να γεννήσει ένα κρυφό, νευρωτικό μίσος για την υγεία, το οποίο ονομάστηκε συγκινησιακή πανούκλα. Η πανούκλα δρα με συγκαλυμμένες τις προθέσεις της, θέτει εμπόδια σε κάθε προσπάθεια για απελευθέρωση από τη νεύρωση και επομένως για την επίτευξη ουσιαστικής κοινωνικής προόδου. Ο Ράιχ πίστευε ότι πραγματικός πολιτισμός θα αναπτυχθεί μόνο όταν εδραιωθούν οι προϋποθέσεις για την ικανοποίηση των πρωτογενών βιολογικών ενορμήσεών μας. Καθώς ο μέσος άνθρωπος είναι σε σημαντικό βαθμό θωρακισμένος, γίνεται συχνά ακούσιος φορέας και όργανο της συγκινησιακής πανούκλας: ως πολίτης παραδίδει την εξουσία στους δικτάτορες ή στους δημαγωγούς· ως πολιτικός κολακεύει τον λαό κι έτσι τον ακινητοποιεί· ως γιατρός επικαλείται λόγους υγιεινής, για να εφαρμόζει τραυματικές περιγεννητικές πρακτικές· ως γονέας ματαιώνει τη σεξουαλικότητα των παιδιών του κ.ο.κ. 

Τα περισσότερα παιδιά ανατρέφονται σε ένα νευρωτικό περιβάλλον, που δεν ανέχεται την ηδονή και δεν ευνοεί την ικανοποίηση των φυσικών αναγκών τους. Για να συμβιβαστούν με τις συνεχείς ματαιώσεις, πρέπει να συγκρατήσουν τις επιθυμίες τους, αναπτύσσοντας κάποιου είδους θωράκιση. Με αυτό τον τρόπο η θωράκιση μεταδίδεται νομοτελειακά από τη μια γενιά στην επόμενη εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η διαδικασία αυτή θα συνεχιστεί μέχρι να αντιμετωπισθεί σε μαζική κλίμακα.

Με λίγα λόγια, ο Ράιχ μας προμήθευσε με ικανοποιητικές ερμηνείες και μακροπρόθεσμα εφαρμόσιμες λύσεις που αφορούν το διαχρονικό ανθρώπινο δράμα.

Πέρα από την ψυχολογία
Παρ’ όλα αυτά, μπορεί κάποιος να μην έχει ακούσει ποτέ για αυτόν τον ξεχωριστό επιστήμονα. Αυτό συμβαίνει κυρίως διότι η έρευνά του σχετικά με τη φύση της σεξουαλικής ενέργειας και της λειτουργίας του οργασμού τον οδήγησε, στο δεύτερο μισό της σταδιοδρομίας του, στη διατύπωση ανατρεπτικών θεωριών που αφορούν στην επιστήμη συνολικά. Τόσο ανατρεπτικών, που έθεσαν τον ίδιο και τις ιδέες του (όλες ανεξαιρέτως, ακόμη και αυτές που προηγήθηκαν) μια και καλή στο περιθώριο.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 ο Ράιχ διερευνούσε το ενδεχόμενο η φύση της λίμπιντο να είναι βιοηλεκτρική. Αργότερα οι παρατηρήσεις του τον οδήγησαν στο συμπέρασμα πως η βιολογική ενέργεια των ζωντανών οργανισμών είναι διαφορετικής φύσης από τις έως τότε γνωστές μορφές ενέργειας. Συμπέρανε ότι αυτή είναι η ενέργεια που εκφορτίζεται κατά τον οργασμό και η κίνησή της στο σώμα δημιουργεί τα συναισθήματα και τις σωματικές αισθήσεις. Την ονόμασε οργόνη και θεμελίωσε μια νέα θεώρηση για τη φύση, καθώς επίσης και πρακτικές εφαρμογές πάνω σε αυτή την πεποίθηση.
Στη φωτογραφία της NASA (αριστερά) και στον πίνακα του Βίνσεντ βαν Γκογκ (δεξιά) ο Ράιχ αναμφίβολα θα αναγνώριζε τη γαλάζια φωταύγεια της ατμοσφαιρικής οργόνης.

Η οργόνη, πίστευε, δεν βρίσκεται μόνο μέσα στους ζωντανούς οργανισμούς αλλά παντού και κατανέμεται σε μικρότερες ή μεγαλύτερες συγκεντρώσεις σε όλο το σύμπαν. Από αυτό το ενεργειακό υπόστρωμα αναδύεται η ύλη και η ζωή και σε αυτόν τον αχανή ωκεανό της οργονικής ενέργειας επιστρέφει η οργόνη του σώματός μας μετά τον θάνατο. Για ποιο λόγο, θα σκεφτεί κανείς, δεν ανακαλύφθηκε νωρίτερα η οργόνη; Και γιατί, εάν ο Ράιχ έχει δίκιο, δεν υπάρχει γενική αποδοχή της ύπαρξής της; Είναι μια ανακάλυψη που κινητοποιεί το άγχος οργασμού, απαντά ο Ράιχ. Τίποτε δεν φοβάται περισσότερο ο άνθρωπος από τον χαμένο του παράδεισο.

Αυτές οι ιδέες στιγματίστηκαν ως ψευδοεπιστημονικές και γελοιοποιήθηκαν. Το επιστημονικό κύρος του Ράιχ απαξιώθηκε και, μαζί με αυτό, το έργο του συνολικά. Εμείς, ωστόσο, πιστεύουμε στην ανεκτίμητη αξία της ολοκληρωμένης ψυχοθεραπευτικής τεχνικής της οργονοθεραπείας. Πολλοί από εμάς ή δικοί μας άνθρωποι έχουν ωφεληθεί βαθιά από αυτή. Θεωρούμε, ακόμη, πως τα διαθέσιμα κλινικά και πειραματικά δεδομένα δικαιολογούν την πραγματοποίηση έρευνας πάνω στη φυσική θεωρία της οργόνης. Αυτό το ιστολόγιο στοχεύει σε μια έντιμη και ψύχραιμη πρώτη πληροφόρηση για τα θέματα αυτά.

Χρήστος Γράψας

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Οργονομικός λειτουργισμός, μέρος 2ο


Στο πρώτο μέρος της εισαγωγής στον οργονομικό λειτουργισμό αναφερθήκαμε στο δίπολο μηχανικισμού – μυστικισμού, που θεμελίωσε τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, καθώς και σε μία από τις αρχικές παραδοχές του Ράιχ για τη λειτουργία της συγκινησιακής σφαίρας, ότι δηλαδή μπορεί να διερευνηθεί εντός των φυσικών ορίων. Αναφέραμε επίσης και τη στροφή, στις αρχές του 20ού αιώνα, στον ενεργειακό προσανατολισμό των φυσικών φαινομένων. [1]
  Η δεύτερη βασική παραδοχή, στην οποία στηρίχθηκε ο οργονομικός λειτουργισμός σε άμεση συνάφεια με το πνεύμα της εποχής, είναι ότι η φυσική λειτουργικότητα είναι στην ουσία ενεργειακή διαδικασία. Εκείνη την εποχή είχαν ήδη αποσαφηνιστεί οι όροι της ισοδυναμίας μάζας και ενέργειας σύμφωνα με την εξίσωση Αϊνστάιν, αλλά δεν είχε λυθεί ακόμα το πρόβλημα της πρωταρχικής τους ύπαρξης, ποιο δηλαδή προηγείται του άλλου. Κανείς φυσικός, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων που υποστήριζαν την ύπαρξη του αιθέρα, δεν πρότεινε την ιδέα ότι η μάζα μπορεί να σχηματιστεί από ενέργεια.
Ο Ράιχ στο εργαστήριο.
Γύρω στα 1919 οι αρχικές λειτουργικές υποθέσεις του Ράιχ, συνδεόμενες με τις ενεργειακές θεωρίες της ψυχανάλυσης που ίσχυαν εκείνη την εποχή, τον οδήγησαν σε μία τρίτη λειτουργική υπόθεση: ότι η ψυχική ενέργεια έχει πραγματική υπόσταση. Ως τότε επικρατούσε η άποψη ότι «ποσά ενέργειας», όπως ήταν οι ορμές, επενδύονται σε ιδέες με τον ίδιο τρόπο που οι δυνάμεις της φυσικής ασκούν επίδραση πάνω στα υλικά σώματα. Η συγκινησιακή φόρτιση, δηλαδή, ήταν το αποτέλεσμα της επένδυσης της ορμής  στις ιδέες. Από τις κλινικές παρατηρήσεις του και τις μελέτες της λειτουργίας του οργασμού διαπίστωσε ότι μετά την ενεργειακή εκφόρτιση του οργαστικού σπασμού και την ικανοποίηση που τον συνοδεύει, η ερωτική επιθυμία αποδυναμώνεται και οι σεξουαλικές ιδέες ατονούν. Η λειτουργία της ορμής, δηλαδή το σωματικό-ποσοτικό στοιχείο, ήταν συνυφασμένη με την ηδονή, δηλαδή το ψυχικό-ποιοτικό στοιχείο, όπως οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αποτελούσαν και οι δύο μέρη μιας κοινής κινητικής δραστηριότητας του οργανισμού. Σωματική αίσθηση και ψυχική διέγερση είναι ταυτόχρονα διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά ταυτόσημες ως προς μία κοινή λειτουργική αρχή. Έτσι ο Ράιχ συσχέτισε την ψυχική κατάσταση με την κίνηση της ενέργειας. Αυτή η διαλεκτική ταυτοσημία ήταν ο θεμέλιος λίθος της λειτουργικής συλλογιστικής.[2] Πλέον, ψυχικά φαινόμενα, όπως π.χ η λιμπιντική καθήλωση ενός παιδιού στη μητέρα, λογίζονταν ως έκφραση ενεργειακής λίμνασης του οργανισμού. Έτσι απλοποιήθηκε η κατανόηση της συγκινησιακής (ενεργειακής) ζωής, διότι ενοποιήθηκε με τις βιολογικές (υλικές) διεργασίες, με τις οποίες είναι ταυτόσημη και ταυτόχρονα αντίθετη σε ένα βαθύτερο, ενεργειακό επίπεδο.
  Πρέπει να επισημάνουμε ξανά πως η ανάπτυξη της λειτουργικής συλλογιστικής τεχνικής ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιων μελετών, παρατηρήσεων και πειραμάτων. Ο Ράιχ, όπως αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος, ήταν μαθητής του Φρόιντ και θεωρούσε αρχικά (κατά την περίοδο 1919-1923) πως ανήκει στους κλασικούς φροϊδικούς ψυχαναλυτές. Τυπικά, η διαφοροποίηση του Ράιχ από τους κύκλους της ψυχανάλυσης έγινε το 1934 στο συνέδριο της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας στη Λουκέρνη της Ελβετίας. Την περίοδο 1930-1939 διεξήγαγε τα περίφημα βιοηλεκτρικά πειράματα. Παρατήρησε, μετρώντας με ηλεκτρόδια το ηλεκτρικό δυναμικό στην επιφάνεια του ανθρώπινου σώματος, π.χ των ερωτογόνων ζωνών, πως όταν το υποκείμενο ένιωθε ευχάριστα συναισθήματα, π.χ ηδονή, το ηλεκτρικό δυναμικό αυξανόταν, ενώ όταν ένιωθε δυσάρεστα, π.χ άγχος, το ηλεκτρικό δυναμικό μειωνόταν. Αυτά τα πειράματα ήταν αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της οργονοθεραπείας ως ολοκληρωμένης θεραπευτικής τεχνικής αλλά και για την εξέλιξη του οργονομικού λειτουργισμού, καθώς και πειραματικά πλέον είχε καταφέρει να συνδέσει λειτουργικά την ποιότητα με την ποσότητα στη σφαίρα της συγκινησιακής ζωής.
Χρήστος Μερτζανάκης



[1] Σύμφωνα με την Ηρακλείτεια κοσμολογία, ο κόσμος είναι «πυρ αείζωον», δηλαδή ενέργεια που ανάβει και σβήνει κατά τα μέτρα που ορίζει ο Λόγος, ο ύψιστος νόμος του σύμπαντος. Τα πάντα είναι ουσία σε κίνηση, «τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά το αυτό μένειν», δεν υπάρχει στατικότητα, ενώ κίνηση και ενεργειακή διαδικασία είναι αχώριστες.

[2] «Τα ενάντια ταύτα», σύμφωνα με τη διαλεκτική του Ηράκλειτου. Δύο αντίθετες έννοιες είναι ταυτόχρονα ταυτόσημες ως προς την πηγή της αρχικής τους προέλευσης.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Συμπάθεια και ενσυναίσθηση


Δείτε εδώ ένα βίντεο που παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στη συμπάθεια και την ενσυναίσθηση. Από οργονομική σκοπιά, η διαφορά έγκειται στον βαθμό επαφής που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα που βιώνουν ένα οποιοδήποτε συναίσθημα.
Η συμπάθεια είναι μία κατάσταση κατά την οποία αντιλαμβανόμαστε πόσο πάσχει κάποιος, αλλά με τρόπο περισσότερο επιφανειακό. Στο βίντεο, το πρόσωπο που συμπαθεί είναι αρκετά αποστασιοποιημένο και συμπαραστέκεται κυρίως λεκτικά, αλλά δεν υπάρχει ουσιαστική επαφή με την οργονομική έννοια. Δεν είναι τυχαίο το ότι και σωματικά κρατάει μια απόσταση.
Αντιθέτως, το πρόσωπο που βιώνει ενσυναίσθηση είναι ολοφάνερο ότι ταυτίζεται με την κατάσταση του πάσχοντος, πράγμα που οφείλεται στην οργονοτική επαφή που έχει μαζί του, και αυτό το εκφράζει και λεκτικά και σωματικά. Όπως λέει πολύ παραστατικά μία αγγλική παροιμία, «έχει μπει στα παπούτσια του άλλου» (put yourself in someone's shoes).

* Εδώ θα βρείτε ένα ενδιαφέρον άρθρο για την ενσυναίσθηση, το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία. Σε ορισμένα σημεία του δίνει έμφαση στην άποψη ότι η ενσυναίσθηση είναι νοητική λειτουργία.
H νοητική λειτουργία της ενσυναίσθησης, όπως την εννοεί ο συγγραφέας του άρθρου, ως ιδιαίτερη έκφραση της έμβιας λειτουργικότητας, δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει χωρίς την προϋπόθεση της οργονοτικής επαφής. Η νόηση επεξεργάζεται τις προηγηθείσες αισθητηριακές και συγκινησιακές εμπειρίες, οι οποίες εκδηλώνονται ως αυθόρμητες αντιδράσεις στα εξωτερικά ερεθίσματα, ενώ την έλλογη και ακριβή «αποκωδικοποίησή» τους εγγυάται μόνο η πλήρης και αδιατάρακτη οργονοτική επαφή του υποκειμένου που τις βιώνει. Η οργονοτική επαφή εκδηλώνεται αυθόρμητα, εφόσον ο οργανισμός είναι αθωράκιστος, χωρίς τη διαμεσολάβηση της νόησης. Η τελευταία απλώς καθιστά συνειδητή τη λειτουργία της ενσυναίσθησης και ενδεχομένως να κινητοποιεί το άτομο σε δεύτερο χρόνο να δράσει υπέρ του πάσχοντος, και πάντοτε ανάλογα με την περίπτωση.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι ως αδιατάρακτη οργονοτική επαφή εννοείται η επαφή με τον εαυτό μας, με το περιβάλλον και με το σύμπαν από το οποίο προερχόμαστε.
 Τασούλα Κυριακίδου