Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

Η οργονομική ματιά σε έναν καβγά


Πόσες φορές δεν έχουμε γίνει μάρτυρες σε καυγάδες υπαλλήλων και πελατών σε δημόσιες υπηρεσίες ή πιθανώς δεν έχουμε εμπλακεί και οι ίδιοι σε κάτι τέτοιο, χωρίς να έχουμε καταλάβει πώς συνέβη αυτό;


Είμαι εκπαιδευτικός, πρόσφατα μεταταγμένη σε γραφείο ως διοικητική. Έτυχε να ζήσω πρόσφατα μια ανάλογη εμπειρία. Αυτό που θέλω να μοιραστώ μαζί σας είναι η προσέγγιση από την πλευρά της οργονομίας ενός καβγά στον οποίο μπλέχτηκα.
Για να σας βοηθήσω να κατανοήσετε το περιστατικό που θα αφηγηθώ, θα πρέπει να πω ότι, επειδή έχω οπτική θωράκιση, πέφτω συχνά σε σύγχυση, πανικοβάλλομαι και δυσκολεύομαι να αξιολογήσω τις πραγματικές διαστάσεις των γεγονότων: ποιο είναι πρωτεύον, ποιο δευτερεύον. Ακόμη, λόγω ενός άλλου στοιχείου του χαρακτήρα μου (φαλλικότητα) η καλύτερη άμυνά μου όταν φοβάμαι είναι η επίθεση.
Τους τελευταίους έξι μήνες προσπαθώ να προσαρμοστώ σε μια καινούργια δουλειά, στην οποία κάνω προσλήψεις σε σχολεία μέσω κάποιων προγραμμάτων. Είναι μία διαδικασία με κρίσιμες λεπτομέρειες, η οποία πρέπει να γίνει με συγκεκριμένο τρόπο και χρονική σειρά, διαφορετικά ο εκπαιδευτικός δεν πληρώνεται και χάνει χρήματα και ημέρες προϋπηρεσίας. Δύο μέρες πριν από το συμβάν τηλεφωνούσα  σε διάφορους εκπαιδευτικούς,  για να έρθουν από το γραφείο και να κάνουμε την αναγγελία της πρόσληψής τους πριν παρουσιαστούν σε ένα συγκεκριμένο σχολείο. Φτάνω στο τελευταίο όνομα της λίστας, είναι γυναίκα.
Της εξηγώ πολύ ευγενικά πως προσλαμβάνεται για αυτή τη σχολική χρονιά και πρέπει με τα δικαιολογητικά  που της αναφέρω να παρουσιαστεί στο γραφείο, για να κάνουμε την πρόσληψη έως τις 3.00 μ.μ. ή το αργότερο την επόμενη μέρα. Ακόμη, γνωρίζοντας πως έχει δουλέψει και την προηγούμενη χρονιά  στο ίδιο σχολείο, της ζητώ να επικοινωνήσει με τον διευθυντή, για να δούνε μαζί  το πρόγραμμα. Περνά η μέρα, καθώς και η επόμενη και δεν εμφανίζεται. Την τρίτη μέρα της  τηλεφωνώ στο κινητό αρκετά αγχωμένη, γιατί δεν έχει εμφανιστεί ούτε έχει επικοινωνήσει μαζί μου, και εγώ θα πρέπει να προχωρήσω στη λίστα, ενώ ήδη ανησυχώ πως έχω αργήσει.
Θυμάμαι πως ξεκίνησα λέγοντας ποια είμαι και από πού τηλεφωνώ, ότι την περιμένουμε τρεις μέρες να παρουσιαστεί και ρωτάω πού βρίσκεται, δυναμώνοντας περισσότερο τη φωνή μου. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, της επιτίθεμαι, επειδή εγώ έχω αγχωθεί. Λέω ότι της επιτίθεμαι, διότι δεν παίζει ρόλο το τι λέει κάποιος αλλά το πώς το λέει. Η απάντηση ήταν «Είμαι στην τάξη του σχολείου και κάνω μάθημα». Εκεί για μερικά δευτερόλεπτα ένιωσα να φοβάμαι πολύ, γιατί πίστεψα πως παρανόησε τα λόγια μου πριν από τρεις μέρες, όταν της είπα να μιλήσει με τον διευθυντή για το πρόγραμμα, και φοβήθηκα πως θα έβρισκα τον μπελά μου. Επιτέθηκα λοιπόν περισσότερο μιλώντας πιο έντονα και λέγοντας πως βρίσκεται  μέσα στην τάξη χωρίς πρόσληψη, τί θα γίνονταν αν κάποιο παιδί χτυπούσε ή πάθαινε κάτι, ότι δεν πληρώνεται για αυτές τις μέρες και πως αυτό το περιστατικό δεν μπορώ να μην το αναφέρω στην προϊσταμένη μου. Θα μπορούσα να τα πω όλα αυτά χωρίς  πανικό. Εξάλλου ήταν ευθύνη του διευθυντή του σχολείου το ότι βρισκόταν μέσα σε τάξη, όμως εγώ, λόγω της οπτικής θωράκισης, αξιολόγησα λανθασμένα τα γεγονότα. Μου απάντησε εξίσου επιθετικά και προσπάθησε να δικαιολογηθεί λέγοντας πως δεν την ενδιέφερε που δεν πληρωνόταν. Είχε φοβηθεί και η ίδια με όσα της είχα πει και τώρα έκανε επίθεση αυτή. Η δική της οπτική θωράκιση δεν της επέτρεπε να αντιληφθεί ότι εκθέτει τον εαυτό της και τον διευθυντή της και στη συνέχεια, λόγω της δικής της φαλλικής δομής, επιτέθηκε φοβισμένη. Της ζήτησα να περάσει αμέσως από το γραφείο, για να γίνει η πρόσληψή της.
Μετά από λίγη ώρα έφτασε θυμωμένη φωνάζοντας από μακριά, καταλήξαμε σε λογομαχία και την έστειλα να κάνει τα παράπονά της στην προϊσταμένη μου. Εκεί κάθησε στον διάδρομο αρνούμενη να έρθει μέσα να κάνουμε τα χαρτιά της, ζήτησε άλλον υπάλληλο να την εξυπηρετήσει και απείλησε να με καταγγείλει. Προσπάθησα να την ηρεμήσω λέγοντας «Θα γίνει η πρόσληψή σας σήμερα και νομίζω πως εδώ τελειώνει η παρεξήγηση». Η απάντηση ήταν «Για εμένα δεν έχει τελειώσει τίποτα, σκέφτομαι να κάνω καταγγελία». Φοβήθηκα περισσότερο, όμως αντιλήφθηκα πως ήταν σε σύγχυση, γιατί δεν καταλάβαινε καν ποιο ήταν το συμφέρον της. Συνέχισα λέγοντας «Θα κάνετε ό,τι νομίζετε εσείς, αλλά σκεφθείτε  πόσους και ποιους θα εκθέσετε με αυτό», εννοώντας τον εαυτό της και  τον  διευθυντή της, ο οποίος επίσης προσπάθησε να την ηρεμήσει και να την συνετίσει, αλλά ματαίως. Δεν είχε επαφή. Αργότερα ζήτησε να της βγάλουν κάποιες φωτοτυπίες  οι επιστάτες και επιτέθηκε ξανά, απειλώντας πως θα έβαζε βόμβα στο κτίριο, αν δεν φωτοτυπούσαν αυτά που χρειαζόταν.
Στο πιο πάνω περιστατικό, δυστυχώς αρκετά συνηθισμένο σε δημόσιες υπηρεσίες και όχι μόνο, φαίνεται ένα συγκεκριμένο μοτίβο αντίδρασης. Ο φόβος και η λάθος εκτίμηση των γεγονότων (οπτική θωράκιση) ανασύρουν έναν συνηθισμένο μηχανισμό αντίδρασης των φαλλικών: την επίθεση. Η οργονοθεραπεία έρχεται να σπάσει τη θωράκιση στο οπτικό τμήμα και με τη χαρακτηρανάλυση να βοηθήσει τον ασθενή να συνειδητοποιήσει με ποιο τρόπο αντιδρά, ώστε να καταφέρει στην πορεία  να τον αλλάξει. 
Κ.Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου